Άυπνο παιδί όταν με τυλίγει ο ουρανός σε θυμάμαι
Να μ’αφήνεις στο λιμάνι
Να κρύβεσαι στο θρύψαλο φως
του βυθού το φως, που τρέλα στάζει
πικραμένη στα χείλια μου τα γυμνά.
Βροχές και καταιγίδες
Θυμάται ότι του χαλάει την υγεία
Το αίμα στο κεφάλι τα πόδια του παγωμένα
Βροχές και Ερινύες ιλαρές κι ανερμάτιστες
Από πάρτι σε πάρτι βαριέται
Κορμί θα το σκάει από το σώμα το βαρύ,
Κορμί πουλί απελπισμένο
από τη σωτηρία της εντατικής
Νυχθημερόν προσεύχεται
με βλέμμα βυζαντινό χρονοκαπνισμένο.
Τα ρέστα μου για σένα, μικρή ανόητη
σοφή της ασύδοτης στιγμής,
στης νύχτας τη μέσα τσόχα
προσεύχομαι μπλε βαθύ αμανέ, για σένα.

Στα χειρότερα, στα πιο αιμοδιψή
θα δώσει την προσοχή της,
κι αν είναι τυχερή θα το μάθει για πάντα
πως το μαύρο, αν είναι η αρχή και το τέλος μαζί
τότε για λίγο η ψυχή μου, για πολύ λίγο σου λέω
νοιώθει όλα τα χρώματα με μιας
σ’όλες τις μουσικές του δρόμου, που δε τον φοβάται πια.
Και για χιλιοστή φορά, μαλάκα, θα του πει,
Πότε στην άσφαλτο θα βραχείς,μαζί μου να χαρείς;
Χορεύοντας στις άκρες των δακτύλων
τις ακρότητες της καρδιάς,
να μάθεις κι εσύ αγάπη μου τι εστί βερίκοκο
και τι ζωή,
ζωή από κείνη που δεν καταλαβαίνει Χριστό.

