Οι Κυριακές μας Κύριο

Τις Κυριακές, η Αμφιάλη μυρίζει ψητό κρέας και πατάτες φούρνου.

Οι γείτονές μου πάντα ψήνουν στα κάρβουνα και τους ακούω να μιλούν και να γελούν δυνατά.

Κάποτε, συνηθίζαμε να το κάνουμε κι εμείς σαν οικογένεια,

τώρα -όλο και πιο συχνά- μαζευόμαστε όλοι μαζί.

Σα να έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη ο ένας τον άλλον, ίσως γιατί τα τελευταία αυτά χρόνια η χαρά θέλει τη βοήθεια όλων για να ξεμυτίσει στις καρδιές μας. 

Οι Κυριακάτικες βόλτες μου έχουν πάντα αυτή τη μυρωδιά που σε κάνει να σου τρέχουν τα σάλια και, για κάποιο λόγο τώρα, με μελαγχολεί. Ίσως, επειδή συνειδητοποιώ πως όσο έχω βαρεθεί αυτή την περιοχή άλλο τόσο την έχω συνηθίσει. Όσο αγαπώ το κέντρο της Αθήνας άλλο τόσο λατρεύω τη θάλλασσα του Πειραιά. Και όσο βρίζω την κλειστή κοινωνία και τους κατοίκους της άλλο τόσο τους θαυμάζω.

 Χθες, περίμενα το 826 στο λιμάνι, για μία ώρα ακριβώς, και, όταν πείστηκα ότι έχω πάθει πνευμονία, ήρθε. Τα νεύρα μου ήταν κρόσια και, ενώ ήθελα την ηρεμία μου, έπιασαν τη συζήτηση στο λεωφορείο πέντε -μεταξύ τους άγνωστα-άτομα. "Το περίμενα μία ώρα, έχω γίνει άγαλμα από το κρύο", "Ο δήμαρχος φταίει, που μας έταζε περισσότερα δρομολόγια", "Εγώ είμαι άνεργος, ένα χρόνο τώρα", "το χαράτσι δεν το πληρώνω κι ας μου κόψουν το ρεύμα. Εγώ θα το ξανασυνδέσω". Τους κοίταζα, γεμάτη απορία. Μια τέτοια εξομόλογηση θα μπορούσε μόνο σε ένα τοπικό δρομολόγιο λεωφορείου να γίνει. Ίσως, πάλι, οι χθεσινοί να είχαν κάποτε γνωριστεί, γι αυτό να μιλούσαν τόσο ανοιχτά ο ένας στον άλλον. Μου φάνηκε πως προσπαθούσαν να βρουν πού να ρίξουν τις ευθύνες για το μαύρο χάλι της Ελλάδας, του Κερατσινίου, του σπιτιού τους. Μία έβριζαν το δήμαρχο, μία τους εαυτούς τους που έκαναν τόσα χρόνια υπομονή, μία τους Γερμανούς και τα μνημόνια. Η συζήτηση τελείωσε με ένα ολόψυχο "Καλή εβδομάδα".

Οι άνθρωποι στο Κερατσίνι εύχονται ακόμη ο ένας στον άλλον "καλημέρα", "καλές δουλειές", "καλή υπομονή". Θα μιλήσουν μεταξύ τους, ακόμη και αν δεν γνωρίζονται, δεν έχει σημασία, έχουν τα ίδια προβλήματα. Όλοι, λίγο πολύ, κάπου έχουμε ιδωθεί στο Κερατσίνι. Στο λεωφορείο, θα δεις το γείτονά σου, το φούρναρη, τον παλιό σου συμμαθητή. Θα πεις, σε αυτόν που περιμένει στη στάση μαζί με σένα, "σήμερα έχει μία υπέροχη μέρα" και θα σου χαμογελάσει. Εδώ, ακόμη χαμογελάμε ο ένας στον άλλον.

 Κάθε μέρα που περνάει και παρατηρώ το Κερατσίνι, καταλαβαίνω, όλο και περισσότερο,  πως είναι ένα μεγάλο χωριό και, σε αυτή τη γειτονιά που μεγάλωσα, υπάρχουν ακόμη αληθινοί άνθρωποι. Κι όλες οι Κυριακές του χρόνου έχουν κάτι από το άρωμα της μεγάλης οικογένειας εδώ, ένα άρωμα που μεταφέρει και την ηχώ από την "Συννεφιασμένη Κυριακή" του Τσιτσάνη. Και που ψάχνει να γλυκάνει όχι τόσο τη  δική μου συννεφιασμένη καρδιά, αλλά πιο πολύ τους συννεφιασμένους ανθρώπους αυτής της περιοχής, που όμως έχουν ακόμη το κεφάλι ψηλά όταν περπατάνε.

Πατήστε εδώ γιά να δείτε το σχετικό βιντεάκι

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012 09:53

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: